Landscapes

Σχοινούσα, Άγονη Γραμμή.


Λόφοι ξυρισμένοι από τα μελτέμια και τους βοριάδες. Ίχνος δέντρου μόνο αλμυρίκια σε απόκρυφα ακρογιαλιά να ξαποσταίνεις από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού για να γευτείς τα φραγκόσυκα. Χρυσαφένια στάχυα χορεύουν στον άνεμο, κάποιοι παλιοί ανεμόμυλοι δίνουν το γεωγραφικό στίγμα του νησιού, γαϊδουράκια να απολαμβάνουν αμέριμνα τη σκιά τους και περίτεχνες ξερολιθιές να προσπαθούν να υποτάξουν το ανυπότακτο έδαφος αυτής της άγονης γωνιάς του Αιγαίου. Παρατηρητήρια από την εποχή του Καποδίστρια στέκουν εκεί κόντρα στον χρόνο που πέρασε, να φυλάνε τα περάσματα από τους πειρατές. Νερά καταγάλανα, όχι καθαρά αλλά διάφανα, σε καλούν να δροσιστείς, να σβήσεις την κάψα του καλοκαιριού, ν’ ακούσεις το κελάρυσμα της σουσουράδας όσο κανείς τον νεκρό πάνω στο κύμα.

Σχοινούσα, Άγονη Γραμμή.


Το καράβι δένει στο λιμάνι και ήδη ξεκινάς να υποψιάζεσαι τα πλακόστρωτα δρομάκια, με σχέδια από ασβέστη, τα φρεσκοασβεστωμένα σπίτια με μπλε παράθυρα, και μια ησυχία που σε κάνει σχεδόν να ψιθυρίζεις. Μικρά μαγαζάκια πωλούν τα απολύτως απαραίτητα. Δυο — τρία ταβερνάκια και μερικά καφέ.


Οι άνθρωποι εδώ δεν θα σε υποδεχτούν σαν τουρίστα αλλά θα σε αντιμετωπίσουν σαν έναν δικό τους άνθρωπο. Θα σου μιλήσουν για την ιστορία του νησιού και θα σε τρατάρουν ότι βγάζει η κουζίνα τους από αγνά και φρεσκότατα υλικά. Φάβα, ντοματίνια και αλάτι μαζεμένο από τους ίδιους.

Ένα μόνο χωριό. Πολλές μικρές, πανέμορφες παραλίες και άλλα τόσα μονοπάτια που σε πιάνουν από το χέρι για να σε ξεναγήσουν σε ομορφιές απάτητες και ονειρικές. Το οδικό δίκτυο σχεδόν ανύπαρκτο. Ο τόπος σε παίρνει από το χέρι και σε καλεί να τον ανακαλύψεις περπατώντας στα μονοπάτια του, άλλωστε η Σχοινούσα είναι από τα νησιά που σε αναγκάζουν να κατεβάσεις ταχύτητα, πρέπει να τη γνωρίσεις, να τη ζήσεις αργά για να την απολαύσεις.


Κυκλάδες. Χωρίς στολίδια.