Landscapes

Vezo tribe, The sea gypsies


From across the water, a breeze licks my sweating brow, stirs the rags of the patched sail, and rouses the crew from their improbable slumbers. With the grace of acrobats, the crew prepare the boat for the rising wind. The sail ripples, fills and drags the canoe into life.


I am in a fishing village that lies at the midpoint of the Vezo’s migratory stretch — between Tulear and Mahajanga. I am here to meet the tribe of sea gypsies. The Vezo’s, which literally means the people who fish or struggle with the sea. The trade lives in coastal villages of southwest Madagascar. These nomadic fishermen have spent the last few centuries navigating the lonely beaches and desert islands of Madagascar’s west coast in outrigger canoes. The outrigger canoe “lakana” has become the iconic image of the Vezo tribe who take them offshore and sometimes even very far from their villages of origin during the dry season. Lakanas are constructed from a single tree trunk with a mast, sail and outrigger. The sails are often made with sacks of rice and they become tents for a stop.

These coastal dwellers sought subsistence in the seas, following shoals of fish hundreds of miles as they migrated through the relatively calm waters between Madagascar and mainland Africa. Over generations, the practices of these nautical nomads developed into an identity. And their mastery of the Western waves allowed them to carve out a living in fish and trade.

Σχοινούσα, Άγονη Γραμμή.


Λόφοι ξυρισμένοι από τα μελτέμια και τους βοριάδες. Ίχνος δέντρου μόνο αλμυρίκια σε απόκρυφα ακρογιαλιά να ξαποσταίνεις από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού για να γευτείς τα φραγκόσυκα. Χρυσαφένια στάχυα χορεύουν στον άνεμο, κάποιοι παλιοί ανεμόμυλοι δίνουν το γεωγραφικό στίγμα του νησιού, γαϊδουράκια να απολαμβάνουν αμέριμνα τη σκιά τους και περίτεχνες ξερολιθιές να προσπαθούν να υποτάξουν το ανυπότακτο έδαφος αυτής της άγονης γωνιάς του Αιγαίου. Παρατηρητήρια από την εποχή του Καποδίστρια στέκουν εκεί κόντρα στον χρόνο που πέρασε, να φυλάνε τα περάσματα από τους πειρατές. Νερά καταγάλανα, όχι καθαρά αλλά διάφανα, σε καλούν να δροσιστείς, να σβήσεις την κάψα του καλοκαιριού, ν’ ακούσεις το κελάρυσμα της σουσουράδας όσο κανείς τον νεκρό πάνω στο κύμα.

Σχοινούσα, Άγονη Γραμμή.


Το καράβι δένει στο λιμάνι και ήδη ξεκινάς να υποψιάζεσαι τα πλακόστρωτα δρομάκια, με σχέδια από ασβέστη, τα φρεσκοασβεστωμένα σπίτια με μπλε παράθυρα, και μια ησυχία που σε κάνει σχεδόν να ψιθυρίζεις. Μικρά μαγαζάκια πωλούν τα απολύτως απαραίτητα. Δυο — τρία ταβερνάκια και μερικά καφέ.


Οι άνθρωποι εδώ δεν θα σε υποδεχτούν σαν τουρίστα αλλά θα σε αντιμετωπίσουν σαν έναν δικό τους άνθρωπο. Θα σου μιλήσουν για την ιστορία του νησιού και θα σε τρατάρουν ότι βγάζει η κουζίνα τους από αγνά και φρεσκότατα υλικά. Φάβα, ντοματίνια και αλάτι μαζεμένο από τους ίδιους.

Ένα μόνο χωριό. Πολλές μικρές, πανέμορφες παραλίες και άλλα τόσα μονοπάτια που σε πιάνουν από το χέρι για να σε ξεναγήσουν σε ομορφιές απάτητες και ονειρικές. Το οδικό δίκτυο σχεδόν ανύπαρκτο. Ο τόπος σε παίρνει από το χέρι και σε καλεί να τον ανακαλύψεις περπατώντας στα μονοπάτια του, άλλωστε η Σχοινούσα είναι από τα νησιά που σε αναγκάζουν να κατεβάσεις ταχύτητα, πρέπει να τη γνωρίσεις, να τη ζήσεις αργά για να την απολαύσεις.


Κυκλάδες. Χωρίς στολίδια.